ευχαριστία


ευχαριστία
[эвхаристиа] ουσ. Θ. благодарность

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ευχαριστία" в других словарях:

  • εὐχαριστία — εὐχαριστίᾱ , εὐχαριστία thankfulness fem nom/voc/acc dual εὐχαριστίᾱ , εὐχαριστία thankfulness fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευχαριστία — η благодарность, признательность, благодарение; ΦΡ. Θεία Ευχαριστία η Божественная Евхаристия – таинство пресуществления хлеба и вина в Тело и Кровь Христову, совершающееся на Божественной Литургии; Святое Причастие Этим. < дргр. ευχάριστος… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ευχαριστία — η (ΑΜ εὐχαριστία και εὐχαριστεία) 1. συναίσθηση οφειλόμενης χάρης, έκφραση ευγνωμοσύνης, ευγνωμοσύνη 2. ευχαριστήρια δέηση, δοξολογία 3. φρ. α) «θεία ευχαριστία» η θεία μετάληψη, το μυστήριο τής μετουσιώσεως τού άρτου και τού οίνου σε αίμα και… …   Dictionary of Greek

  • εὐχαριστίᾳ — εὐχαριστίαι , εὐχαριστία thankfulness fem nom/voc pl εὐχαριστίᾱͅ , εὐχαριστία thankfulness fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευχαριστία — η 1. έκφραση ευγνωμοσύνης. 2. (εκκλησ.), «Θεία Ευχαριστία», η Θεία Κοινωνία, ένα από τα εφτά μυστήρια της ορθόδοξης Εκκλησίας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ευχαριστία, Θεία — Ένα από τα επτά θεία μυστήρια, το οποίο τελείται σε ανάμνηση του Μυστικού Δείπνου. Ονομάζεται επίσης και μετάληψη των αχράντων μυστηρίων ή θεία κοινωνία. Το μυστήριο της Θ.Ε. συστήθηκε από τον ίδιο τον Ιησού Χριστό κατά το τελευταίο δείπνο με… …   Dictionary of Greek

  • Θεία Ευχαριστία — Βλ. λ. Ευχαριστία, Θεία …   Dictionary of Greek

  • επιλύχνιος ευχαριστία — η вечернее благодарение – песнопение «Свете тихий». Называется оно также Τριαδικός Ύμνος «Троический гимн»* …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • εὐχαριστίας — εὐχαριστίᾱς , εὐχαριστία thankfulness fem acc pl εὐχαριστίᾱς , εὐχαριστία thankfulness fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐχαριστίαι — εὐχαριστία thankfulness fem nom/voc pl εὐχαριστίᾱͅ , εὐχαριστία thankfulness fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)